27.8.05

Τι κάνει ο συγγραφέας όταν ξυπνάει; (νέα, επηυξημένη έκδοσις)

Πριν πω τα δικά μου, να πω κάτι συλλογικού ενδιαφέροντος:
Επιτέλους! Επιτέλους, αποκτήσαμε κι εμείς οι διψασμένοι για γνώση και αποκάλυψη τη δική μας φωνή...

Πάει αυτό. Στα δικά μου τώρα. Σάς είπα ήδη για τον εγγλέζο που είδα στο καφενείο του χωριού μου (χωριό μου, λέμε τώρα) να μεταφράζει Καβάφη στη μητρική του. Στην ίδια αυτή καφετέρια (καφετέρια ή καφενείο; η ξύλινη ταμπελίτσα λέει "Καφέ Μπονάτσα", αλλά εμένα καφενείο μού φαίνεται και τον καφετζή παλαιόθεν τον λέμε "συμπέθερο") η τύχη το θέλησε να δω να κάθεται και ο Μένης Κουμανταρέας. Η σκηνή μας ωστόσο δεν τοποθετείται στου συμπέθερου, αλλά στο δημοτικό σχολείο του χωριού. Τον καλέσανε τον έρμο στην ιδιαίτερη πατρίδα του και του ζητήσανε να μιλήσει... Φιλολογική βραδιά λοιπόν στην Κ...; Έτσι φαίνεται.


Μόλις τον είδα μακρύ, λιγνό και ατελείωτο να σηκώνεται και να μπαίνει μέσα στο καφενείο για να πληρώσει, κατάλαβα ότι ήρθε η ώρα για την εκδήλωση. Ήμουνα κατευθείαν από την παραλία φυσικά και δεν ήμουν για φιλολογική βραδιά, αλλά -θα μού πεις- είναι η Κ... για φιλολογικές βραδιές; Θα πάω.


Και πήγα. Κι αρχίζει η παρουσίαση του συγγραφέα. Την έχει αναλάβει ένας ντόπιος λογοτέχνης μας, που κοσμεί μηνιαίως την τοπική εφημερίδα μας με πατριωτικούς στίχους. Έχει ετοιμάσει βιογραφικό του προσκεκλημένου. Κι επειδή ποτέ δεν θα αρκούνταν σε ένα στεγνό χρονικό, το διανθίζει όπως μόνο ένας άνθρωπος του τόπου μας γνωρίζει, μεταξύ άλλων και με στίχους του εθνικού, λέει, ποιητή της περιοχής μας, του Νικήτα Ν. (που δεν είναι ν'ακούσει τους στίχους του ανθρώπου αφτί). Ο τιμώμενος ζητά σιγανά από τον ομιλητή να συντομεύει. Ο ομιλητής διαβεβαιώνει πως τελειώνει. Και κάποτε τελειώνει, υπενθυμίζοντας ευγενικά πως ο τιμώμενος ποτέ δεν έγραψε κάτι για την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά αυτό σε τίποτα δεν μειώνει την αξία και την οικουμενικότητα του έργου κι οτί, τέλος πάντων, ποτέ δεν είναι αργά.


Ο τιμώμενος μπορεί πια να ξεκινήσει. Δεν έγραψε λέει για την..., αλλά έγραψε για την Μακρόνησο. Και διαβάζει ένα εκπληκτικό απόσπασμα από το μυθιστόρημά του "Δυο φορές Έλληνας", όπου περιγράφεται η προετοιμασία μιας παράστασης Αριστοφάνη από τους ανανήψαντες φαντάρους του νησιού. Μια πραγματική παράσταση, που έγινε το 1949 και την οποία παρακολούθησε μεταξύ άλλων η Μαρίκα Κοτοπούλη. Στην έξυπνη ανάγνωσή του τονίζει διακριτικά το υπόγειο χιούμορ της σκηνής, όπως μόνο εκείνος μπορεί να ξέρει. Τώρα μόνο κατάλαβα τις ομοιότητες της σκηνής με την σκηνή στην οποία εκείνη τη στιγμή ο ίδιος πρωταγωνιστούσε. Ένιωθα μια απίστευτη αμηχανία για λογαριασμό του, μα εκείνος με μυστήρια φυσικότητα (την οποία αποδίδω στην πείρα) συνέχισε. Ούτε και θυμάμαι τι άλλο είπε. Θυμάμαι μόνο πως υποστήριξε ότι ο συγγραφέας πρέπει φυσικά να διακρίνεται για την παρατηρητικότητά του, αλλά μια παρατηρητικότητα αφηρημένη, που με μια ματιά να συλλαμβάνει όχι διακριτά πρόσωπα και λεπτομέρειες, αλλά κλίμα και διαθέσεις. Να ρίχνει με άσφαιρα και να κατεβάζει πουλιά.


Κι αρχίζουν οι ερωτήσεις του κοινού. Ένας ντόπιος ηθοποιός μας, εμπνευστής και της βραδιάς, ρωτά μεταξύ άλλων τον συγγραφέα γιατί στο έργο του επανέρχεται διαρκώς η Αθήνα και ιδιαίτερες περιοχές αυτής. Ο συγγραφέας διαβεβαιώνει πως αν είχε μεγαλώσει και ζήσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, θα έγραφε γι'αυτήν. Ένας σεβάσμιος γέροντας με λαογραφικά ενδιαφέροντα, έχει να κάνει ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για τη σχέση λογοτεχνίας και βιωμάτων και υπενθυμίζει διακριτικά πως και χωρίς βιώματα θα μπορούσε να γράψει για έναν τόπο που γνωρίζει έστω και λίγο. Ένας νεότερος κύριος που έχει έρθει με την κυρία του και τα παιδιά του τον ρωτά, πανικόβλητος από το πλήθος των βιβλίων που διαρκώς εκδίδονται και κυκλοφορούν, με τι κριτήρια να αγοράζει βιβλία. Μια κυρία, εκπαιδευτικός, τον ρωτά τι διάβασε νέος και τι διαβάζει τώρα. Ένας άλλος κύριος του λέει ότι είναι ο παλαιοπώλης της γειτονιάς του στην Κυψέλη και ότι μια φορά τον είχε χαιρετήσει. Ο συγγραφέας τον αναγνωρίζει, αλλά του λέει ότι τον αποφεύγει, γιατί τον ντρέπεται που δεν έχει μπει μια φορά στο μαγαζί του να ψωνίσει. Γελάνε κι οι δυο και ο παλαιοπώλης τον παρακαλεί να γράψει κάτι και για την περιοχή μας.


Κι έρχεται η ώρα που ο συγγραφέας θα υπογράψει βιβλία. Δεν θα το έκανα για πολλούς άλλους συγγραφείς, αλλά για κάποιους σαφώς θα το έκανα. Και το έκανα. Αγόρασα εκείνη την ώρα τον "Δυό φορές Έλληνα" -αγορά πολλάκις και αδικαιολογήτως αναβληθείσα- και του τον πάω, με όσο θράσος μού περίσσευε. Μου πιάνει την κουβέντα (δεν ήμασταν δα και πάααρα πολλοί στην εκδήλωση, ο κύριος που τον απασχολούσε πριν από μένα ήταν μακρινός του ξάδερφος που ήρθε να τού συστηθεί). Εντυπωσιάστηκα από την άνεσή του να γίνει αμέσως πιο εξομολογητικός, να μού πει π.χ. ποια μέρη επισκέφθηκε τις τελευταίες μέρες, να μού συστήσει ένα καινούργιο cd με Σκαρλάτι από έναν νέο ρώσο πιανίστα που του άρεσε ιδιαίτερα, αυτό όμως που πρέπει να μοιραστώ εδώ, μιας και έχει στο παρελθόν συζητηθεί σε μερικά μπλογκ, είναι άλλο. Ο Μένης Κουμανταρέας είναι ο πρώτος Έλληνας λογοτέχνης που μετέφρασε (και το υποστήριξε και θεωρητικά) Παπαδιαμάντη. Τις απόψεις του και την μετάφραση ενός πολύ γνωστού παπαδιαμαντικού διηγήματος, του "Έρωτα στα χιόνια", θα βρείτε εδώ. Αν πρέπει να πω κι εγώ την άποψή μου, μπορώ να πω ότι πείστηκα. Προφορικά, ο ίδιος μού έκανε τις εξής διευκρινίσεις: πιστεύει ότι δεν πρέπει να χάνεται η εικόνα του πρωτοτύπου κι ότι αυτό μπορεί να γίνει κάλλιστα με εκδόσεις όπου στη μια σελίδα είναι το πρωτότυπο και στην άλλη η σύγχρονη εκδοχή. Σε αυτήν ειδικά την ιδέα έχω επιφυλάξεις, κάνοντας κάποιες όχι αβάσιμες, νομίζω, υποθέσεις για την προσοχή που θα ελκύσει το πρωτότυπο. Τον ρώτησα δυο πράγματα, αφενός αν με την "μετάφραση" εννοεί μια απλή γλωσσική εξομάλυνση ή κάτι πιο προσωπικό και "λογοτεχνικό" και, αφετέρου, τι πρέπει να διατηρηθεί και τι πρέπει να αλλάξει. Μού είπε ότι ακόμα και τώρα όταν διαβάζει Παπαδιαμάντη βρίσκει άγνωστες λέξεις (και ποιος από μας, όσο γλωσσικά ορθόδοξος, μπορεί για τον εαυτό του να διαβεβαιώσει το αντίθετο;) και ότι, εντούτοις, βρίσκει πως πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθούν οι χαρακτηριστικές "παπαδιαμαντικές" λέξεις (ίσως το είπε αυτό με αφορμή κάποιες "μεταφράσεις" που κυκλοφορούν για παιδιά). Αυτό το οποίο για μένα έχει σημασία είναι η πεποίθησή του ότι αυτή η μετάφραση καλό είναι να γίνεται από λογοτέχνες, παρά από κάποιον άνθρωπο ενός εκδοτικού οίκου.


Ως ελάχιστη συμμετοχή στον διάλογο που είχε κάποτε γίνει για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να μεταφράζονται ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης κ.λπ., το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη και, κυρίως, του Ροΐδη είναι αρκετά διαφορετική και αρκετά απομακρυσμένη από την σημερινή καθομιλούμενη. Είναι αρκετά φυσικό, σε σημαντικό της μέρος, να μη μάς είναι προσιτή. Το χειρότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να γεμίσουμε ενοχές που δεν τους καταλαβαίνουμε. Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι υποτακτικές του Παπαδιαμάντη και οι γενικές απόλυτες του Ροΐδη. Δεν φταιν ούτε αυτοί, ούτε εμείς. Δεν είμαστε κακοί γνώστες και χρήστες της δικής μας γλώσσας, αν μας δυσκολεύει η δική τους γλωσσική μορφή. Αυτή η γλώσσα, γλώσσα τεχνητή, κατάφερε στα δικά τους χέρια να γίνει η μόνη φυσική, μα αυτό δεν μπορεί να ισχύει για όλους, η ιστορία επεφύλαξε σε αυτό το γλωσσικό μόρφωμα την μόνη άξια ανταμοιβή, τη λήθη. Αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία τους. Η δική μου πρόταση είναι να παιδευτούμε με αυτή τη γλώσσα, όσο μπορούμε, γιατί είναι καθοριστική και του ιδιαίτερου κλίματος αυτών των συγγραφέων. Αν όμως μάς είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο, αντί να τους στερηθούμε ολοκληρωτικά, κανέναν δεν θα βλάψει μια ευσυνείδητη συγχρονισμένη γλωσσική τους εκδοχή. Αν π.χ. κανείς αποφάσιζε να κάνει ταινία την Πάπισσα Ιωάννα (που θα γινόταν ζουμερότατη ταινία), θα την γέμιζε με αρχαΐζουσα; Σαν μια γελοιότητα που παρακολούθησα κάποτε ως θεατρική μεταφορά της "Φόνισσας" (με επιμέλεια φυσικά καθηγητού της Φιλοσοφικής Αθηνών);
------------------------------------------------------------------------------------------------
[Εdit 28/8] Είπα ότι η γλώσσα του Ροΐδη και του Παπαδιαμάντη είναι καθοριστικές του ιδιαίτερου κλίματός τους. Η μεν γλώσσα του Ροΐδη είναι γλώσσα σαρκασμού και ειρωνείας. Έχει ειπωθεί π.χ. (Γαραντούδης, 2004) ότι στην Πάπισσα Ιωάννα "ο συγγραφέας οργάνωσε ένα ορθολογικό και περίτεχνο ρητορικό κείμενο, που φανερώνει τις υπερβολές, την αισθηματολογία και το βερμπαλισμό του ιστορικού μυθιστορήματος". Θα μπορούσαμε, λίγο τολμηρά, είν'η αλήθεια, να ισχυριστούμε ότι και η γλώσσα του, με την υπερβολική της καθαρότητα και τους αψεγάδιαστους αττικισμούς, φανερώνει την υπερβολή, την ψυχρότητα και την κενή σχολαστικότητα της σύγχρονής του φιλολογικής γλώσσας. Ποιος όμως είπε ότι ο λογιοτατισμός λείπει κι από ορισμένες χρήσεις της σημερινής, της απόλυτα -γραμματικά- κατανοητής, γλώσσας μας;
Του Παπαδιαμάντη η γλώσσα πάλι είναι γλώσσα κρυπτικότητας. Ο Στεργιόπουλος, αν δεν απατώμαι, είχε πει πως ο Παπαδιαμάντης είναι ένας πειραζόμενος άγιος (Θυμηθείτε το "Όνειρο στο Κύμα", τη "Φαρμακολύτρια", το "Θέρος-Έρως", τον "Έρωτα στα Χιόνια" που είπαμε...). Ανάλογα κι η γλώσσα του, επιφανειακά φτιαγμένη για να υπηρετήσει τον ηθογραφικό ρεαλισμό της εποχής, γίνεται το άριστο εργαλείο ενός κρυπτόμενου λυρισμού. Την γλώσσα που προσπαθεί να ψυχράνει το πάθος για να μην κάψει εντελώς γράφοντα και αναγνώστες, την συναντούμε άλλωστε και στον Καβάφη, του οποίου σώζεται ευμενέστατο σχόλιο για την περιγραφική δύναμη του Παπαδιαμάντη.
Το θέμα όμως παραμένει. Είναι από όλους προσπελάσιμη αυτή η γλωσσική μορφή, και μάλιστα συνολικά, χωρίς κενά, θολούρες, παρεξηγήσεις; Κι από την άλλη: μόνο όσοι ήταν γεροί στα αρχαία δικαιούνται να τους διαβάζουν; Δεν θα διαφωνήσω πως σε κάθε κείμενο, όταν δεν το διαβάσουμε στην πρωτότυπη γλωσσική του μορφή, χάνουμε αναπόφευκτα ένα μικρό ή μεγάλο μέρος των λογοτεχνικών χαρίτων του, αυτών που οφείλονται ακριβώς σε γλωσσικές επιλογές, τις οποίες μόνο η γλώσσα του πρωτοτύπου παρέχει. Συμβαίνει και με τους αρχαίους, συμβαίνει και με την ξενόγλωσση λογοτεχνία. Πιστεύω όμως πως αν η μετάφραση του Ροΐδη και του Παπαδιαμάντη (και του Μωραϊτίδη και του Κονδυλάκη, αν υπάρξει ζήτηση) γίνει από λογοτέχνη ή έμπειρο μεταφραστή λογοτεχνίας, το αποτέλεσμα δεν θα είναι ένα κείμενο χωρίς λογοτεχνικότητα και, κυρίως, δεν θα είναι κάτι διαφορετικό σε ποιότητα από αυτό που προσλαμβάνουμε διαβάζοντας ξένη λογοτεχνία και τις παντοειδείς μεταφράσεις του αρχαίου δράματος. Ο θυμός που αυθόρμητα ξεσηκώνεται από μέσα μας όταν ακούμε για μετάφραση των ιερών τεράτων που έγραψαν σε καθαρεύουσα ή αρχαΐζουσα γλώσσα, κακά τα ψέματα, δεν οφείλεται σε ανησυχίες για την λογοτεχνικότητα, οφείλεται στο γνωστό στερεότυπο (και φόβο) ότι η αδυναμία μας (κι όχι μόνο των νεοτέρων) να νιώσουμε βολικά με την αρχαιότροπη εκδοχή της μητρικής μας (που, βρε αδερφέ, μέχρι χτες έτσι γράφαμε και διαβάζαμε) σημαίνει και απαιδευσία.
----------------------------------------------------------------------------------------------

Και η εκδήλωση τελειώνει. Η πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου θέλει να δώσει στον συγγραφέα ένα δώρο για την τιμή που μάς έκανε. Του χαρίζει -τι άλλο;- ένα στεφάνι πλεγμένο από κλαδιά ελιάς, αφού άλλωστε η ελίτσα (με το ουρανικό λ της ντοπιολαλιάς μας εκεί κάτω) και το λάδι ήταν ο άξονας των φετινών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Μα πριν κλείσει η βραδιά, η πρόεδρος έχει μια ερώτηση που από ώρα θέλει να κάνει: "Πείτε μου, τι κάνετε, κύριε Κουμανταρέα, όταν ξυπνήσετε; Πείτε μου, πώς περνάτε τη μέρα σας, τι κάνετε με τη γυναίκα σας; (θού Κύριε)". "Τρώω φρυγανιές με μέλι", απαντά ο αποσβολωμένος συγγραφέας.