23.10.05

Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά (κι εμείς μαζί τους)

portrait of melancholy (1946)
[...]
Παιδί κι από τα μάτια σου
Δυό Εραστές
Λησμονημένοι στην πρωτεύουσα
Να σμίγουν και να τραγουδάν
Τις αγωνίες της ηλικίας σου
Και μ' ένα σφύριγμα
Τις λυπημένες ιστορίες μιας Κυριακής
Μ' όλη την αγωνία
Που λειτουργεί αδιάκοπα τον Επιτάφιο
Μιάς πολιτείας σαν τη δική μου.

[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που παραδέχεσαι
Τον εαυτό σου


Το τελευταίο τετράστιχο επανέρχεται παραλλαγμένο δις στον κύκλο του CNS (1952-4), στο τραγούδι "Στην αποβάθρα":

[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που σμίγω τη μορφή σου.
[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που σμίγουν τα όνειρά μας.

Το θέμα του Επιταφίου θα επανέλθει άμεσα στην Εποχή της Μελισσάνθης και στην απαγγελλόμενη εισαγωγή της Οδού Ονείρων και έμμεσα πολλές άλλες φορές. Στην εργογραφία αναφέρεται επίσης και η μουσική σύνθεση Επιτάφιος σε ποίηση του Τ. Βαρβιτσιώτη, η οποία δεν ηχογραφήθηκε, γιατί "ενέσκηψε" (φράση του συνθέτη) ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη. Το έργο, παρότι ολοκληρωμένο (μάλλον), παραμένει στην μεγάλη χορεία των ανέκδοτων συνθέσεων.

Στο έτος 1946 ανήκει και η ποιητική σύνθεση Λυπητερή Παρέλαση. Μια ποιητική σειρά από στιγμές. Ως πρώτη στροφική ενότητα διαβάζουμε (κρατώ την ορθογραφία του ποιητή):

Κάθε πρωΐ η απουσία της νύχτας μάς πληγώνει
Κι η πολιτεία μένει απροετοίμαστη
Μ' ένα φανταχτερό σημάδι στο λαιμό
Μ' ένα λυπητερό χαμόγελο στον ορίζοντα.
Μονάχα εσύ
Με τη σημαία και τη ρόγα του στήθους σου
Θα καλύψεις την απουσία
Μια μέρα.

Την ίδια εποχή, ο νεαρός ποιητής γράφει το ποίημα Εργατική Καντάτα και το χαρίζει "στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη". Το ποίημα κοσμεί σχέδιο του Γ. Σβορώνου. Είναι μια τριμερής σύνθεση γραμμένη σε στίχο που δυσκολεύεσαι να χαρακτηρίσεις ελευθερωμένο ή εντελώς ελεύθερο, καθώς υπάρχει η υποψία ιάμβων και αποφεύγονται οι διασκελισμοί. Η εμφανής έμπνευση από το δημοτικό τραγούδι φέρνει το ποίημα κάπως κοντά στον Ρίτσο και τον Επιτάφιό του.

Τα ποιήματα αυτά για πολλά χρόνια βρίσκονταν στα χέρια του Μανόλη Αναγνωστάκη, στον οποίο τα είχε εμπιστευθεί ο ποιητής τους για να εκδοθούν στην Θεσσαλονίκη. Ο Αναγνωστάκης, όταν το 2001 τα δημοσιεύει, σημειώνει προλογίζοντας: "Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να τού ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά-σιγά. Σήμερα, πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιάς άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις". Η καθυστερημένη τους έκδοση έγινε στο περιοδικό Ποίηση.

Τα πρώιμα αυτά ποιήματα (πρωτόλεια;) είναι ενδεικτικά και των πρώιμων επιρροών και προσανατολισμών (καλλιτεχνικών, ιδεολογικών κ.ά.) του Μάνου Χατζιδάκι. Η γνωστή του και ώριμη ποιητική παραγωγή, έξω από τους στίχους για δικές του συνθέσεις (και λίγες άλλων καλλιτεχνών, π.χ. του Νότη Μαυρουδή), βρίσκεται στις δύο ποιητικές συλλογές Μυθολογία (1966) και Μυθολογία Δεύτερη (1982)-αν και εικάζω ότι θα υπάρχουν και άλλα μεταγενέστερα (ή και παλιότερα misplaced) ανέκδοτα στο αρχείο του συνθέτη. Από την Μυθολογία Δεύτερη αντιγράφω το ακόλουθο ποίημα, που μού θύμισε λίγο -με το παιχνίδι των τελευταίων στίχων και το λεπτό χιούμορ- τη λεγόμενη "μεταγλωσσική" ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη (π.χ. το Μικρό Ναυτίλο):

NEW SOUND
Από το στόμα μου πετάχτηκαν
Απρόοπτα και ξαφνικά
Τρείς σπασμένες χορδές
Κι όσοι περνούσαν πλάι μου
Σταθήκαν έκπληκτοι με θαυμασμό
Κι είπαν,
«Τι όμορφα που τραγουδάς
Ποιός είσαι;»
Μόλις μπόρεσα να ψιθυρίσω
ταραγμένα
L.B.C.
Και χειροκρότησαν
Γιατί
Θυμήθηκαν πως είμαι
Μέλος του Συνδέσμου των Πουλιών
Του συγκροτήματος
F.K.L.B.I.
Πε-τά-ει

Ειδικά για τον Οδυσσέα Ελύτη, φίλο του συνθέτη, αξίζει κανείς να αναζητήσει την αναφορά του (στα Ανοιχτά Χαρτιά ή στο Εν Λευκώ, δεν θυμάμαι) στην πρώτη τους συνάντηση. Ο νεαρός Χατζιδάκις τους συστήθηκε ως ποιητής. Όταν είδε ότι τα ποιήματά του δεν είλκυσαν την αναμενόμενη προσοχή και ενδιαφέρον, τους τα γυρίζει και τους λέει πως είναι μουσικός. Τους τραβάει σε ένα πιάνο και τους παίζει κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό για τους νέους ορίζοντες που είναι ικανό να ανοίξει. Αργότερα μαθαίνουν πως ήταν αυτοσχεδιασμός (ο Ελύτης τα λέει πολλαπλασίως καλύτερα).
Και, με την ευγενική χορηγία του αυτόχθονος:
«Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει, και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου – φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα – να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θά' λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν άλλου είδους γοητεία» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 401- 402).

Ο Μάνος Χατζιδάκις διέθετε ποιητική συνείδηση, συνείδηση της ιδιότητας του ποιητή. Λέει ότι χωρίς τους γρίφους που του κληροδότησε η μητέρα του "δεν θα γινόταν ποιητής" κι ότι διέθετε ιδιοσυγκρασία "ποιητική", παρά "φιλοσοφική". Ο Σωκράτης το "μουσικήν ποίει και εργάζου" το εξέλαβε ως προτροπή για το φιλοσοφείν. Ο Χατζιδάκις πραγμάτωσε με τρόπο απόλυτο την ποιητική του ταυτότητα στη μουσική του, σε μια μουσική μορφικά τέλεια και τελειομανή, που τραγουδά, επικοινωνεί, εκπλήσσει, συγκινεί (εμένα, τουλάχιστον, με την ίδια πάντα γλυκιά και κατακλυστική ανατριχίλα της πρώτης ακρόασης) και αποκαλύπτει (τον ακροατή της), παρά "σκέφτεται" (όταν υποτιμητικά χρησιμοποιούσε αυτό το ρήμα εννοούσε τους συνθέτας της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών). Όμως περισσότερο από άλλους ομοτέχνους του είχε μια το λιγότερο αξιόλογη επίδοση και στον στίχο. Νομίζω ότι στο χώρο της μεταπολεμικής ποίησης κατέχει μια διόλου αμελητέα θέση. Τα ποιήματά του είναι συγχρονισμένα με τα αισθητικά αιτήματα του καιρού του και διατηρούν μια αυξημένη αισθητική δραστικότητα και σήμερα, χάρη σε μια πανταχού παρούσα γλωσσική ευγένεια (αντίστοιχη των μελωδιών του) και σε μια αρκετά αυτόνομη ποιητική γραμματική, ευέλικτη, γενναιόδωρα ευφάνταστη και ευρηματική, ευαίσθητη και διακριτικά δυναμική. Σε συνδυασμό και με τα οξυδερκέστατα θεωρητικού ενδιαφέροντος κείμενά του (και τα ραδιοφωνικά του σχόλια, βεβαίως, ένα ιδιότυπο είδος ποιητικού δοκιμίου/χρονογραφήματος), θα είχε αρκετή δουλειά όποιος φιλόλογος αναλάμβανε μια σοβαρή έρευνα για την ποίηση και την ποιητική του Μάνου Χατζιδάκι. Εγώ δεν βρίσκω καλύτερο χαρακτηρισμό προς τον παρόν από αυτήν την φράση, που συνιστά ταυτόχρονα εφαρμογή αυτής της ποιητικής, μια φράση που στόχο είχε να συνοψίσει τα εκπαιδευτικά αιτήματα του συνθέτη: μια "τεχνική αναθεώρησης και ονειρικής δομής, με αγωνία απολευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ' άστρα".

Για το ρόλο του Μάνου Χατζιδάκι στην ανάδειξη ή και τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ευαισθησίας, αλλά και παθολογίας, για το τολμηρό σκάψιμο στις σκοτεινές και οδυνηρές περιοχές της ύπαρξης, δεν θα πω, θα τα βρείτε πολύ καλύτερα αλλού. Για την εφαρμογή όλων αυτών στον γράφοντα, επίσης δεν θα πω, είναι πράγματα προσωπικά και ανήκουν στην περιοχή του άρρητου (ήδη φλυάρησα ανεπίτρεπτα). Για αυτά έχουμε τη μουσική.

Χρόνια (μας) πολλά, κύριε Χατζιδάκι!

5.10.05

Ού τοι καταχεσεί, ω Δαράλα;

[καταχεσεί= β' ενικό πρόσωπο του δωρικού μέλλοντος του αττικού ρήματος καταχέζω]

-Προσοχή: ακολουθεί ανεπίκαιρο ποστ-

Ρωτήσε κάποιος κάποτε σε μια παρέα: "Γιατί η τραγική και σεμνή παρθένα Πουλχερία, την παραμονή του γάμου της, σφουγγάρισε προσεχτικά όλο της το σπίτι και την επομένη απέθανε;". Δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι οποίες και δεν με αφορούν εδώ. Εμένα μ' ενδιαφέρει τι είχε διαβάσει, ακούσει και δει η Πουλχερία πριν από το συγκινητικό της τέλος.

Και αν για τα άλλα δεν είμαι πολύ σίγουρος (ήταν Καβαφικιά ή Παλαμικιά η σχωρεμένη; της άρεζε ο Μπρεχτ ή ο Ψαθάς;), για ένα πράγμα είμαι βέβαιος. Θ' άκουγε πολύ Νταλάρα.

Για την μακαρίτισσα την Πούλι, ίσως να'γραψε κι ο Πανούσης ένα πένθιμο και βαρύ ζεϊμπέκικο, που -μη όντας συστηματικός ακροατής- δεν ξέρω την απήχησή του στους κύκλους των ειδικών, αλλά που πιστεύω ότι μπορεί να διαλευκάνει μερικούς θανάτους, συγκεκριμένα της Πουλχερίας, του Ομήρου (ποιος τον σκότωσε; πιο σωστά: ποιος τον θέλει νεκρό;) και του Αριστοφάνη.

Χορός:

Ο μικρόφαλλος τραγουδιστής
και της Χούντας ο εθελοντής
Βλέπε άκου κάνε μόκο
Χατζηαβάτη Τσιριμόκο
για να μπεις στο κλαμπ της αρπακτής

Θάνατος στους διαφημιστές
στους εκτελεστές τραγουδιστές
που τον πόνο του κοσμάκι
τον πουλάνε στον Λαμπράκη
να τον κάνει φούσκες μετοχές

Πανούσης:

Γύρισα από την Χαλκιδική
μια αποφράδα Κυριακή
απ' τον γάμο του Ηλία
Γκατζολία μεγαλεία
κι ένα μαύρο κόμπο στο βρακί

'Ετρεξα στο θέατρο του Ψυρρή
μες στον Παπουτσιών την Κυριακή
Πριν μιλήσω με τον Λάκη
της καρδιάς το μπαλονάκι
το 'σκασε και βγήκε στο σφυρί

Με του Τζορτζ τον ιμπεριαλισμό
βρέθηκα στον Ευαγγελισμό
σε παλιό ασθενοφόρο
μάχη με τον Εωσφόρο
το καταραμένο υλισμό

Στο Ελληνάδικο Ιεζεκιήλ
η συμφωνική του Ισραήλ
Ο Χριστόδουλος στην πόρτα
άσπρα χάπια, μαύρα χόρτα
Life-στήλη άλατος με στιλ

Φταίγανε οι τρίχες της κοντής
που έσβησε το αστέρι της ντροπής
Ο πρεζάκιας για καριέρα
του Μεγάρου η καμαριέρα
από αναρρόφηση χολής

Θέλω σε παράθυρο να βγω
των ειδήσεων τηλεοπτικό
Να τη βγάλω λάου-λάου
και του Χατζηνικολάου
να του κατουρήσω τη ψυχή


Το τραγούδι αυτό κατ' εμέ συνοψίζει την παράκρουση της σχέσης μας με τους αρχαίους. Γελάμε με τα ίδια πράγματα, αλλά σ' αυτά ταυτοχρόνως εξαντλούμε την ηθικολογία και την δεοντολογία μας. Θα πει κανείς: γίνεται αναίτια μακάβριος και μικρόψυχος. Τον φαντάζεται (ευσεβής πόθος; αμφιβάλλω, ο ίδιος σχεδόν πήγε κι ήρθε, άρα κάτι ξέρει) νεκρό στην προτελευταία στροφή και θέλει προκαταβολικά να ασχημονήσει σατιρικά στο πτώμα του ακατονόμαστου.
Ο Αριστοφάνης, κύριοι, δεν ήταν τόσο ευγενικός. Νεκρό (ήδη, όχι κατά φαντασίαν) τον έσυρε τον Ευριπίδη ανάμεσα στα βατράχια και τον σάρωσε. Και ποιον, τον Ευριπίδη, όχι τον Γεώργιο τον Φιλόκυπρο.
Όσοι αυτό το "θα του κατουρήσω την ψυχή" το βρείτε φτηνό (το άσμα ωστόσο επιγράφεται "Φτηνό Ζεϊμπέκικο για τον Γιώργο"), θα σάς αναφέρω πολύ ενδεικτικά ένα ανάλογο collocation από τους Αχαρνής, ένα σκοτεινό για μας σήμερα "σκιμαλίσω ρηματίοις", που μας το φωτίζει έξοχα μεταφραστικά ο Μάτεσις: "με στιχηρά στιχίδια θα τους βάλω κωλοδάχτυλο" (στον χορό των Αχαρνέων, που είναι έτοιμοι να τον δικάσουν για την προδοτική του ειρήνη με τον εχθρό). Βρίσκω πως και στις δυο περιπτώσεις έχουμε το ίδιο λογοτεχνικό εύρημα, που πριν από μένα το προσδιόριζει φιλολογικά μια διδακτορική διατριβή για τη γλώσσα του Αριστοφάνη: έναν «απροσδόκητο συμφυρμό ετερογενών εννοιών-στοιχείων», εν προκειμένω «σωματικών-υλικών και πνευματικών-ηθικών ιδιοτήτων», μια περίπτωση «αιφνιδιασμού», στον οποίο συχνά καταφεύγει ο Αριστοφάνης προκειμένου να επιτύχει το κωμικό αποτέλεσμα.

Είχε πει νομίζω κάποτε ο Έκο (στο περίπου) ότι πρέπει να καταφέρουμε να διαβάσουμε τον Όμηρο (ή κάποιον άλλο, δεν θυμάμαι τώρα) σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά και το αστυνομικό μυθιστόρημα σαν Όμηρο. Δεν ξέρω τι θα κερδίσουμε φιλολογικά, πιστεύω όμως ότι θα το διασκεδάσουμε, αν διαβάσουμε και δουμε τον Αριστοφάνη σαν Πανούση (κι όχι σαν νερόβραστο Ψαθά ή, προς Θεού, επιθεώρηση) ή αν ακούσουμε τον Πανούση σαν Αριστοφάνη. Η διαφορά του τότε με τώρα είναι ίσως ότι, αν έγραφε ο Αριστοφάνης σήμερα (όπως έγραφε, όχι "εκσυγχρονισμένος" και "τηρουμένων των αναλογιών"), θα ήταν ή στη φυλακή ή με τρία εμφράγματα και θα'χε κάνει πλούσιο τον Νταλάρα (ε, μη βρίσκοντας Ευριπίδη, θα εξέπιπτε, δεν λέω...).

Την αρχή του ποστ την έκλεψα από τον Χατζιδάκι, από ένα "Σχόλιο του Τρίτου", ο οποίος με τη σειρά του κλέβει από ένα γνωστό ποίημα του Εγγονόπουλου. Το Σχόλιο τελειώνει ως εξής: "θα τους εταίριαζε (των σημερινών νεολαίων) νά'ναι Παιδιά καπεταναίων απ' τα Ψαρά/Κι όχι των προεστών εγγόνια...". Κι εγώ λέω: κάλλιο του Αριστοφάνη παιδιά, παρά αττικιστών εγγόνια.

(20/10: Αν το παραπάνω κείμενο είχε καμιά αξία, θα το αφιέρωνα στην κυρία Θ.Μ., με ευγνωμοσύνη και με την ευχή να είναι γερή)