17.11.06

Τη γλώσσα του έδωσαν ελληνική

Και αυτό που κατάλαβε είναι ότι δεν του έδωσαν γλώσσα, του έδωσαν την κιβωτό του Ισραήλ (παρντόν, παραείναι σιωνιστικό αυτό, αποκαλύπτομαι). Η ελληνική, ως γνωστόν, είναι μια δοτή γλώσσα. Δηλαδή πάνω από γλώσσα, πάνω από δύναμη έκφρασης, δημιουργίας και επικοινωνίας, πάνω από όλα αυτά είναι παρά-δοση. Είναι κληρονομιά. Είναι αξία και ευθύνη. Είναι ο θησαυρός του μακαρίτη και ο δεκάλογος του Μωυσή (έστω και πεντάτομος) μαζί. Όπως και να το κάνουμε, είναι λαχείο από τα λίγα.

Δεν είμαστε απλοί ομιλητές, λοιπόν, είμαστε θεματοφύλακες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Και, ακόμα περισσότερο, για να είσαι/θεωρείσαι ειδικός σε μια τέτοια γλώσσα, πρέπει ακριβώς να ασκείς και χρέη θησαυροφύλακος και υποθηκοφύλακος των κλίσεων και της προφοράς, των πιστών στην ετυμολογία χρήσεων και των ορθόδοξων συντάξεων. Και, αντιστρόφως, διαδηλώνοντας και μόνο την αγάπη σου και την ανησυχία σου για τούτα τα ιερά και απαραβίαστα, είσαι ειδικότερος των ειδικών και νομιμοποιείσαι να κατακεραυνώνεις και να λοιδορείς οποτεδήποτε τους τάχαμου «ειδικούς» και τα περίφημα «ακαδημαϊκά κατεστημένα» (που και σε αυτά ευτυχώωως υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις –μια τέτοια υπαινίσσομαι με τον τίτλο του παρόντος).

Είναι ιδιαίτερη, άρα, γλώσσα η ελληνική από αυτήν ακριβώς την άποψη. Και συνειδητοποιώ ότι το γλωσσολογικό δόγμα που θέλει την γλωσσολογία «επιστήμη περιγραφική» (και ενίοτε «ερμηνευτική») αποκτά άλλη χροιά και ειδικό βάρος στην περίπτωση των ελληνικών. Για τον γλωσσολόγο αλλού ίσως δεν είναι παρά ένας κοινός τόπος, μια αρχή μεθοδολογική και ουδέτερη, του τύπου «η κοινωνιολογία είναι επιστήμη εμπειρική» (δεν ξέρω αν είναι, αυθαίρετο το παράδειγμα). Για τον Έλληνα γλωσσολόγο ή γλωσσολογούντα είναι μια έκφραση πολιτική σχεδόν, γι΄αυτό και μπορεί να γίνει λάβαρο ή κόκκινο πανί. Ο Αντρέ Μαρτινέ κάπου στις πρώτες σελίδες των Στοιχείων Γενικής Γλωσσολογίας, αν θυμάμαι καλά, λέει ότι ο γλωσσολόγος δεν συμμερίζεται ούτε την ιερή αγανάκτηση του καθαρολόγου, ούτε την άγρια χαρά του εικονοκλάστη μπροστά στα «γλωσσικά λάθη». Φαίνεται πως για τον Έλληνα γλωσσολόγο αυτό είναι αδύνατο. Αυτό που οι γλωσσικά ευαίσθητοι συμπολίτες μας περιμένουν από έναν ειδικό της γλώσσας είναι να υιοθετήσει την πρώτη στάση και, αν δεν την υιοθετήσει, θα θεωρηθεί ότι υιοθετεί την δεύτερη.

Από αυτό κανείς δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει. Και για έναν ακόμα λόγο: γιατί κανείς μας δεν είναι πραγματικά ουδέτερος, φυσικά. Κι οι γλωσσολόγοι άνθρωποι είναι. Οι ίδιες μας οι γλωσσικές επιλογές το δείχνουν. Δείχνουν προτιμήσεις. Κλίσεις και αποκλεισμούς. Μπορεί μια χαρά να καταλαβαίνω και να δικαιολογώ τον τύπο «του συνήθη», όμως δεν θα τον χρησιμοποιήσω –τουλάχιστον όταν γράφω. Και δεν παίρνω όρκο φυσικά ότι είναι το γλωσσικό μου αίσθημα που θα με εμποδίσει. Είπα παραπάνω ότι έχει αυξημένα βάρη ο Έλληνας ομιλητής και ευθύνες απέναντι στη γλώσσα του και το να αρθρώσεις τελικά λόγο στα ελληνικά είναι μια πράξη γενναία, ακόμα κι αν είσαι φυσικός ομιλητής (αν είσαι ξένος, εξαρτάται από το αν είσαι μετανάστης ή ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν/Ζακ Ρογκ). Είναι η περίφημη «αγωνία του λόγου» α λα ελληνικά. Την ανάλογη αγωνία έχει, φαντάζομαι, και ο ειδικός –μένει να μου το επιβεβαιώσει και κανένας ειδικός. Με την πρόσθετη ίσως επίγνωση των προεκτάσεων που έχουν οι επιλογές του και την επίγνωση επίσης της αναπόφευκτης δήλωσης «γλωσσικών φρονημάτων».


Θυμήθηκα ένα χαριτωμένο περιστατικό. Μια φίλη και πάλαι συμφοιτήτρια έκανε μια εργασία Ανάλυσης Ομιλίας –νομίζω διάσημη μεταξύ σχετικά πρόσφατων αποφοίτων του Αθήνησι- που απαιτούσε μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ενός σύντομου καθημερινού διαλόγου και ζήτησε τη συνδρομή μας. Ένας από τους παρευρισκόμενους έδειξε έντονη ανησυχία και δίσταζε και ήθελε να το αποφύγει, γιατί έλεγε ότι «τα ελληνικά του είναι χάλια». Σας διαβεβαιώ ότι είχε γεννηθεί στην Αθήνα και ότι τα τελευταία 20+x χρόνια διέμενε σε βόρειο προάστιο. Επίσης δεν τον είχα πιάσει ποτέ να κάνει «λάθη», ούτε τα συνήθως στηλιτευόμενα. Τον είχαν ωστόσο πείσει ότι δεν μιλάει σωστά ελληνικά.

Όπως κάποτε είχε γίνει ένα κίνημα γλωσσικού καθαρισμού, το οποίο ακόμα πολλοί το αποτιμούν θετικά, πιστεύω πως σήμερα στην Ελλάδα επείγει ένα κίνημα «γλωσσικής απενοχοποίησης». Και θέλω, τέλος, να τονίσω αυτό που γράφει παρακάτω ο περιγλώσσιος. Ακόμα κι αν εμείς, ως/σαν ομιλητές που είμαστε, δεν καταφέρνουμε πάντα να αποστασιοποιηθούμε από τις συνήθειες, τις επιρροές ή και τις προκαταλήψεις μας, ακόμα κι αν είμαστε ρυθμιστές και καθόλου «αθώοι»* (έχω δει άρθρο και για τον prescriptivism των anti-prescriptivists), η γλωσσολογία καθαυτή (σόρι, καθ’ εαυτήν) –δηλαδή η σχετική θεωρία και έρευνα- δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, δεν έχει νόημα να είναι, δεν το αφήνει να συμβεί η ίδια η επαφή με τη γλωσσική πραγματικότητα.
*Μα εμείς δεν είμαστε άγγελοι, δεν είμαστε από σόι,
ούτε φονιάδες ή ληστές, ούτε πολύ αθώοι.
(Αγαθή Δημητρούκα)