7.3.13

Ετυμολογικά Κριτήρια ή Άκριτη Ετυμολογία;

Θα έχει συμβεί μερικές φορές στον καθένα μας να κουμπώσουμε στραβά το σακάκι ή τη ζακέτα μας. Συνήθως παραλείπουμε ένα κουμπί ή μια κουμπότρυπα και το αντιλαμβανόμαστε στο τέλος, όταν μας περισσεύουν. Ενίοτε, ούτε καν τότε.

Η εντύπωση αυτή δημιουργείται συχνά όταν επιχειρείται η ετυμολόγηση ενός τύπου χωρίς αυστηρή τήρηση των σχετικών κριτηρίων και της ιεραρχίας τους. Συχνά παραβλέπονται σπουδαίοι παράγοντες, παραβάλλονται στοιχεία που δεν ταιριάζουν ή δεν συμβαδίζουν και, εν τέλει, προκύπτει μια όπως-όπως κατασκευασμένη ετυμολογική ανάλυση, η οποία κολακεύει τα αφτιά αλλά αμέσως δείχνει άστοχη και «ασουλούπωτη» στον καθρέφτη τού επιστημονικού ελέγχου.

Σχετικώς πρόσφατα, ο δρ Φιλολογίας Ι.Ν. Ηλιούδης, ο οποίος ειδικεύεται στη βυζαντινολογία και τη λαογραφία αλλά ασχολείται συχνά με την ετυμολογία, δημοσίευσε σε έντυπο της Β. Ελλάδος την αντίρρησή του προς την τουρκική καταγωγή των λ. γλέντι και μεράκι, την οποία αποδέχονται τα λεξικά. Συγκεκριμένα, παράγει το γλεντώ από τύπο *κλενδώ < *καλενδώ «διασκεδάζω στις καλένδες» και το μεράκι από το αρχ. ίμερος «πόθος», θεωρώντας ότι σχηματίστηκε «με την κατάληξη -άκι και κατ’ αφαίρεση του αρχικού α [εννοεί ι-]: *(ι)μεράκι > μεράκι».

Το ετυμολογικό σφάλμα είναι, φυσικά, κοινός τόπος σε όλους όσοι ασχολούμαστε με αυτόν τον δύσκολο κλάδο τής ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν το σφάλμα μας είναι μεθοδικό, όταν δηλ. δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν θεμελιώδεις αρχές αυτού του κλάδου. Όπως κάποιος που κουμπώνει το σακάκι του χωρίς να κοιταχτεί μετά στον καθρέφτη, μπορεί να νομίζουμε ότι ενεργήσαμε σωστά, αλλά στην πραγματικότητα να έχουμε αστοχήσει και κατόπιν παρασυρθεί σε σειρά λαθών.


Επί του προκειμένου και εκ του προχείρου:

1) Όταν αγνοούμε τους μαρτυρημένους τύπους και τα τεκμηριωμένα ενδιάμεσα στάδια, για να προτείνουμε αμάρτυρους δικούς μας, έχουμε μειώσει καίρια την επαληθευσιμότητα της πρότασής μας. Ενώ τα *καλενδώ, *κλενδώ κτλ. δεν μαρτυρούνται, οι ελληνικές διάλεκτοι μας δίνουν τους τύπους εϊλεντού (Καππαδ.) και εγλενεύκουμαι / εϊλανεύκουμαι (Πόντος), που αποδεικνύουν αναμφισβήτητη την προέλευση από το τουρκ. eğlenmek (αόρ. eğlendim). Τα *ιμεράκιον, *ιμεράκι είναι άγνωστα στη γλώσσα, αλλά περι αυτού μάλλον ου φροντίς Ιπποκλείδη

2) Επειδή οι λέξεις εντάσσονται σε πεδία ή ομάδες, η ανάλυση που προτείνουμε πρέπει να συμφωνεί με τις αρχές τής κλιτικής και παραγωγικής μορφολογίας. Αν προς στιγμήν δεχθούμε την παραγωγή μεράκι < *(ι)μεράκιον, κάτι πρέπει να κάνουμε για να συμμορφώσουμε ή να τακτοποιήσουμε εκείνο το ατίθασο παράγωγο μερακλής… Πώς θα το εξηγήσουμε αυτό; Αν όμως είχαμε λάβει εξ αρχής υπ’ όψιν ότι το παράγωγο έχει καθαρά τουρκική μορφολογία, αυτό θα μας είχε προστατεύσει από το σφάλμα και θα είχαμε αναγάγει τη λέξη στο τουρκ. merak.

3) Μερικά ακόμη ερωτήματα που θα έπρεπε να μας είχαν υποψιάσει: Πόσο συχνό φαινόμενο είναι η «συγκοπή» τού -α- (του ισχυρότερου φωνήεντος) στον τύπο *καλενδώ; Γιατί δεν συνέβη το ίδιο με άλλα ρήματα από καλ- (όπως το αρχ. καλώ ή το μεσν. καληνυχτώ); Γιατί το μοναδικό παράγωγο του ουσ. καλάνδαι, το ρ. καλανδίζω σημαίνει «επιπλήττω» και όχι «διασκεδάζω»; Πόσο λογικό είναι να παραχθεί υποκοριστικό από αφηρημένο όν. (ίμερος > *ιμεράκιον); Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ανάλογο σχηματισμό από τις λ. πόθος (*ποθ-ούλης;), επιθυμία (*επιθυμι-ούλα;); Και πόσο πιθανό είναι το παραγόμενο υποκοριστικό (*ιμεράκιον) να μην έχει σμικρυντική, αλλά μεγεθυντική σημασία και χρήση;


Ο επιστημονικός έλεγχος δεν συνεπάγεται την επιλογή τής πιο ελκυστικής εκδοχής, αλλά τη διακρίβωση της σωστής. Τελικά, αν θέλουμε να κουμπώσουμε το σακάκι μας, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: να ταιριάξουμε το κουμπί στην κουμπότρυπα που του αντιστοιχεί και μάλιστα με τη μόνη σωστή σειρά. Στο τέλος ο καθρέφτης θα δείξει τι πραγματικά κάναμε.

Για λόγους πληρότητας οφείλω να σημειώσω ότι το κείμενο του Ι.Ν. Ηλιούδη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Μακεδονία στις 10 Ιουνίου 2006.

Συγγραφέας: Dr Moshe

---------------------------

Eυχαριστούμε πολύ τον Dr Moshe για το κείμενο. Δεν κατάφερα να μεταφέρω μερικά σύμβολα, όπως π.χ. τη δασεία στο Ι και την υπογεγραμμένη στο η του τύπου Ιπποκλείδη.